επιφήμισμα

ἐπιφήμισμα, τὸ (Α) [επιφημίζω]
λέξη που προοιωνίζει κάτι, καλό ή κακό («ἀντὶ δ’ εὐχῆς καὶ παιάνων μεθ’ ὧν ἐξέπλεον πάλιν τούτων τοῑς ἐναντίοις ἐπιφημίσμασιν ἀφορμᾱσθαι», Θουκ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιφήμισμα — word of ominous import neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφημισμάτων — ἐπιφήμισμα word of ominous import neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφημίσμασι — ἐπιφήμισμα word of ominous import neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφημίσμασιν — ἐπιφήμισμα word of ominous import neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφημίσματα — ἐπιφήμισμα word of ominous import neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.